λογισμός

ὁ λογισμός подсчет, расчет; соображение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "λογισμός" в других словарях:

  • λογισμός — ο помысел: οι λογισμοί του ανθρώπου δείχνουν την πνευματική του κατάσταση помыслы человека показывают его духовное состояние …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • λογισμός — counting masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογισμός — (Μαθημ.). Όρος που συναντάται σε διάφορα πεδία των μαθηματικών: απειροστικός λ., διαφορικός λ., ολοκληρωτικός λ., αριθμητικός λ., διανυσματικός λ., από μνήμης λ., γραπτός λ., μηχανικός λ., λ. της λογικής κλπ. Ο όρος λ. χρησιμοποιήθηκε αρχικά για… …   Dictionary of Greek

  • λογισμός — ο 1. σκέψη, στοχασμός: Ο λογισμός του έτρεχε στα παιδιά του που είχε να τα δει χρόνια. 2. (μαθημ.), υπολογισμός: Διαφορικός λογισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λογισμός — [логизмос] ουσ. а. мысль, намерение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Λογισμός — ảγνισμός. — λογισμός ảγνισμός. См. Признанье сестра покаянью …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • απειροστικός λογισμός — Ένας από τους πιο βασικούς και δημιουργικούς κλάδους των μαθηματικών. Η προσφορά του στον ανθρώπινο πολιτισμό, ανεξάρτητα από τη γοητευτική ομορφιά των εννοιών και των μεθόδων του που αφορά τους επαΐοντες, είναι τεράστια. Γενικά, η οφειλή της… …   Dictionary of Greek

  • ολοκληρωτικός λογισμός — Βλ. λ. απειροστικός λογισμός …   Dictionary of Greek

  • συνδυαστικός λογισμός — Είναι γνωστός και ως συνδυαστική ανάλυση. Κλάδος της αριθμητικής, που εξετάζει τις διάφορες δυνατές ομαδοποιήσεις με διάφορα αντικείμενα ή σύμβολα. Αν έχουμε τρεις σφαίρες με διαφορετικό χρώμα (άσπρο, κόκκινο, πράσινο) και θέλουμε να σχηματίσουμε …   Dictionary of Greek

  • λογισμοῖς — λογισμός counting masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογισμοί — λογισμός counting masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.